Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Η Μαρίνα των βράχων





Ο Οδυσσέας Ελύτης είπε: «Η δουλειά του ποιητή είναι να καθιστά ορατό και συγκεκριµένο αυτό που είναι µέσα µας διάχυτο. Κάθε καλό ποίηµα είναι η υλοποίηση µιας ασύλληπτης στην καθηµερινή ζωή πραγµατικότητας». Και πράγµατι, µέσα από τη βαριά κληρονοµιά της ελληνικής γλώσσας στην οποία του έλαχε να γράψει, ο Οδυσσέας Ελύτης υλοποιεί την παραπάνω ρήση του. Καθιστά ορατά και συγκεκριµένα προβλήµατα καθηµερινά, παρ’ όλη την ασαφή προβολή τους.
            Αυτό ακριβώς συµβαίνει και µε το ποίηµα «Η Μαρίνα των βράχων», από τη συλλογή του «Προσανατολισµοί», που καταπιάνεται µε το ψυχολογικά δύσβατο θέµα των συναισθηµατικών διακυµάνσεων της εφηβείας και της πορείας προς την ενηλικίωση. Η Μαρίνα των βράχων, τοποθετηµένη σε ένα βραχώδες τοπίο, προβάλλεται σαν µια οπτασία σε πεδίο πέρα από το ορατό˙ διαβάζοντας κανείς την εσωτερική της «περιπέτεια» διεισδύει στο σκηνικό της ποιητικής µαγείας και των συνειρµών.
            Αυτή είναι στο βάθος η υπερρεαλιστική τάση του Ελύτη, η εξωτερίκευση και η διάχυση συναισθηµάτων µε τρόπο που υπερβαίνει την πραγµατικότητα µέσα από λέξεις που δηµιουργούν συναισθηµατική φόρτιση, άφθονες στην Ελληνική γλώσσα, και εικόνες ζωγραφικές, ονειρικές και ασχηµατοποίητες.




Οδυσσέας Ελύτης «Η Μαρίνα των βράχων»
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των  ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί-
μαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη  ανηφοριά  του  μικρού  Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου  έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές  όπου  οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο-
σμαρίνια

- Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του
μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους                                                                    Απαγγελία ποιήματος
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα                                                                
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού                                                           
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες

Κατεβαίνοντας  προς  τους  γιαλούς  τους  κόλπους  με τα
βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε                                            
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του                                   
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο  χρόνος γλύπτης των  ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή  ως το κόκαλο άλλο
καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.